Φορτώνει...

Η απειλή της λεϊσμανίωσης στον σκύλο

 

Ένα συχνό και σοβαρό πρόβλημα του σκύλου

Η «λεϊσμανίωση» (όπως ονομάζεται στην κτηνιατρική) και η «λεϊσμανίαση» (όπως ονομάζεται στην ιατρική) είναι παρασιτικές νόσοι, οι οποίες προκαλούνται από πρωτόζωα του γένους Leishmania και μεταδίδονται μέσω ενδιάμεσων ξενιστών. Τα παράσιτα αυτά προσβάλλουν διάφορα είδη σπονδυλω­τών ζώων και μεταδίδονται με το τσίμπημα μιας μολυσμένης σκνίπας. Οι σκύλοι αποτελούν την κύρια δεξαμενή αυτής της ζωονόσου, η οποία προκαλεί σοβαρό κτηνιατρικό πρόβλημα και επίσης, έχει ολοένα αυξανόμενη επίπτωση στη δημόσια υγεία.

Η λεϊσμανίωση του σκύλου είναι μια σοβαρή και θανατηφόρος νόσος, η οποία είναι ευρέως διαδε­δομένη στη λεκάνη της Μεσογείου, σε μέρη της Ασίας και της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής. Περι­γράφηκε για πρώτη φορά στο σκύλο μόλις 100 χρόνια πριν. Στη λεκάνη της Μεσογείου, η νόσος προ­καλείται από τη L. infantum, η οποία είναι συνώνυμη με τη L. chagasi στην Κεντρική και Νότια Αμερική, παρόλο που υπάρχουν επίσης αναφορές απομονωμένων εστιών L. tropica στην Ελλάδα. Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 2,5 εκατομμύρια σκύλοι έχουν προσβληθεί μόνο στη νοτιοδυτική Ευρώπη αι η νόσος επεκτείνεται βόρεια.

Η ανθρώπινη λεϊσμανίαση αποτελείται από μια ομάδα νόσων, οι οποίες στην πλειονότητά τους είναι ζωονόσοι. Περιλαμβάνει το σπλαγχνικό τύπο (γνωστό και ως καλα-αζάρ) που προσβάλλει τα εσωτε­ρικά όργανα και είναι θανατηφόρος εάν δεν αντιμετωπιστεί θεραπευτικά, καθώς και το δερματικό και δερματοβλεννογόνιο τύπο, οι οποίοι ενδέχεται να αυτοϊαθούν αλλά αφήνουν παραμορφωτικές ουλές.

Περισσότεροι από 350 εκατομμύρια άνθρωποι σε 88 χώρες διατρέχουν τον κίνδυνο να προσβληθούν από λεϊσμανίαση (ενώ τη συχνότητα θανάτων λόγω σπλαγχνικής λεϊσμανίασης, προ­καλούμενης από το σύμπλοκο της Leishmania donovani (το οποίο περιλαμβάνει την L. infantum και την L. donovani), υπερβαίνει μόνο εκείνη της ελονοσίας, από όλες τις παρασιτικές νόσους.

Σχήμα 1.1 Σπλαγχνική λεϊσμανίαση στον άνθρωπο (από Rosenthal και Mart, 2004)

Γεωγραφική κατανομή της σπλαγχνικής λεϊσμανίασης
λεισμανίαση στο σκύλο

Κύρια σημεία:

• Η L. infantum, ο αιτιολογικός παράγοντας για τη λεϊσμανίωση του σκύλου, ανήκει στο σύμπλο- κο της L. donovani (ορισμένες φορές η L. infantum αναφέρεται λανθασμένα ως L. donovani).

• Στη Νότια Αμερική αναφέρεται ως L. chagasi. Οι ονομασίες L. infantum και L. chagasi είναι ταυτόσημες και η ονομασία L. infantum θα έπρεπε να αντικαταστήσει την ονομασία L. chagasi.

• Η L. infantum είναι ευρέως διαδεδομένη και εμφανίζει σημαντικού βαθμού νοσηρότητα στον άνθρωπο και στο σκύλο στη λεκάνη της Μεσογείου.

• Ο σκύλος είναι η κύρια δεξαμενή της L. infantum στην Ευρώπη.

Επιδημιολογία της λεϊσμανίωσης του σκύλου

Ένα πρόβλημα με υψηλό επιπολασμό

Εκτός από τα εκτιμώμενα 2,5 εκατομμύρια προσβεβλημένων σκύλων που ζουν στις ενδημικές περιοχές, η νόσος έχει διαγνωστεί σε μη ενδημικές χώρες σε σκύλους, οι οποίοι στο παρελθόν είχαν ζήσει ή ταξιδέψει σε ενδημικές περιοχές Ο αυξημένος αριθμός των σκύλων που ταξιδεύουν στη νότια Ευρώπη ή εισάγονται ως ζώα συντροφιάς από τις ενδημικές περιοχές, εγείρει σοβαρές ανησυχίες για την εξάπλωση νόσων, που μεταδίδονται μέσω ενδιάμεσων ξενιστών, όπως η λεϊσμανίωση του σκύλου, στις μη ενδημικές περιοχές της Ευρώπης.

Ο αριθμός των προσβεβλημένων σκύλων στη Νότια Αμερική εκτιμάται, επίσης, σε εκατομμύρια. Η συχνότητα της λοίμωξης είναι υψηλή σε μερικές περιοχές της Βενεζουέλας και της Βραζιλίας, στις οποίες ο υψηλός επιπολασμός της λοίμωξης στο σκύλο συσχετίζεται με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης της νόσου στον άνθρωπο. Έχει επίσης αναφερθεί λοίμωξη σε γάτες, άγριους κυνίδες και άλογα σε περιοχές όπου η νόσος είναι συχνή στο σκύλο.

Σχήμα 1.2 Λεϊσμανίωση του σκύλου στην Ευρώπη 2010* (Πρωτότυπο του καθ. P. BOURDEAU)

καλαζαρ σκύλου

Στις ενδημικές ή τις ενζωοτικές περιοχές, σημειώνονται επίσης τοπικές διαφοροποιήσεις. Μια επιλογή δημοσιεύσεων τα τελευταία 10 χρόνια, δείχνει μια ευρεία διαφοροποίηση ως προς τον επιπολασμό της λεϊσμανίωσης του σκύλου, όπως ανιχνεύεται μέσω ορολογικών μεθόδων, στις περιοχές της Ευρώπης που θεωρούνται ενδημικές. Το εύρος των αποτελεσμάτων κυμαίνεται από 1,4% στην επαρχία της Πίζας, στην Ιταλία και έως 30,3% σε περιοχές της Δυτικής Λιγουρίας.

Επιπλέον, η υποψία ότι ο ορολογικός επιπολασμός υποεκτιμά τον πραγματικό αριθμό των προσβε- βλημένων σκύλων, επιβεβαιώθηκε από τα αποτελέσματα των μελετών που βασίστηκαν στον έλεγχο με αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (PCR) οροαρνητικών σκύλων. Τα δεδομένα κατέδειξαν έναν επιπολασμό της τάξης του 80% στη Μασσαλία της Γαλλίας και του 67% στο ισπανικό νησί της Μαγιόρκας.

Κάθε προληπτικό μέτρο πρέπει να βασίζεται στην κατανόηση του βιολογικού κύκλου του παρασίτου και των πιθανών αποτελεσμάτων από την έκθεση στο παράσιτο.

1.2.2 Η σημασία του βιολογικού κύκλου της Leishmania

Ο σύνθετος βιολογικός κύκλος των παρασίτων της L. infantum περιλαμβάνει ένα στάδιο αμαστιγωτού σε ένα σπονδυλωτό τελικό ξενιστή (π.χ. σκύλο ή άνθρωπο) και ένα στάδιο προμαστιγωτού σε μια ασπόνδυλη σκνίπα ενδιάμεσο ξενιστή. Παρόλο που, μερικές μελέτες διερεύνησαν την πιθανότητα τα τσιμπούρια και οι ψύλλοι να αποτελούν φορείς μετάδοσης της Leishmania, αυτό δεν έχει αποδειχθεί ακόμη. Μόνο συγκεκριμένα είδη σκνίπας του γένους Phlebotomus (το οποίο ονομάζεται Lutzomyia στο Νέο Κόσμο) είναι δυνατόν να μεταδόσουν τη Leishmania (βλέπε πίνακα 1).

Πίνακας 1. Γεωγραφική κατανομή ορισμένων ειδών Leishmania που προσβάλλουν το σκύλο και οι αντίστοι- χες σκνίπες, ενδιάμεσοι ξενιστές τους (προσαρμοσμένο από Solano-Gallego et al, 2009)

λεισμανίωση σκύλου

Μόνο η θηλυκή σκνίπα τσιμπά για να τραφεί με αίμα. Τα αρσενικά είναι χορτοφάγα! Η θηλυκή σκνίπα προσβάλλεται από το παράσιτο όταν προσλαμβάνει τα αμαστιγωτά της Leishmania, που περιέχονται στο αίμα ενός μολυσμένου τελικού ξενιστή. Στη διάρκεια μιας περιόδου 4 έως 25 ημερών, το παράσιτο συνεχίζει να αναπτύσσεται μέσα στη σκνίπα, όπου υφίσταται μια μείζονα μετατροπή (βλέπε σχήμα 1.3). Τα ακίνητα αμαστιγωτά απελευθερώνονται από τα κύτταρα του θηλαστικού ξενιστή τους και μετατρέπονται σε προμαστιγωτά, τα οποία πολλαπλασιάζονται και αναπτύσσονται στο πρόσθιο τμήμα του εντέρου.

Σχήμα 1.3 Βιολογικός κύκλος της L. Infantum (προσαρμοσμένο από Roze, 2005)

σκνίπα και λεισμανίαση

Όταν μια σκνίπα που είναι φορέας του παρασίτου τσιμπάει έναν άλλο σπονδυλωτό ξενιστή, ενοφθαλ­μίζει την τελική μετακυκλική μορφή του προμαστιγωτού στο νέο ξενιστή. Αφού το παράσιτο εισχωρή­σει στη δερμίδα, υφίσταται φαγοκυττάρωση από ένα μακροφάγο. Αυτό το μακροφάγο προσπαθεί να το θανατώσει μέσω μιας σειράς οξυγονούχων μεταβολιτών, όπως το μονοξείδιο του αζώτου. Τα παράσιτα διαθέτουν ειδικούς μηχανισμούς για να παρακάμπτουν αυτό τον αμυντικό μηχανισμό του ξενιστή, με αποτέλεσμα να μπορούν να συνεχίζουν να αυξάνονται, να αναπτύσσονται και να πολλαπλασιάζονται μέσα στο μακροφάγο στη μορφή ακίνητων αμαστιγωτών, ολοκληρώνοντας έτσι το βιολογικό κύκλο. Στο τέλος, όταν το μακροφάγο γεμίσει εντελώς με αμαστιγωτά διαρρηγνύεται, αφήνοντας τα παράσιτα ελεύθερα να προσβάλλουν άλλα μακροφάγα. Το αποτέλεσμα του ενοφθαλ­μισμού σε έναν σπονδυλωτό ξενιστή εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα του ανοσοποιητικού του συστήματος.

Η μετάδοση χωρίς ενδιάμεσο ξενιστή, ανεξάρτητα από τη σκνίπα, φαίνεται να είναι σπάνια, αλλά πιθανή. Έχουν αναφερθεί διαπλακουντιακή μετάδοση και μετάδοση με σεξουαλική επαφή26,27. Υπάρχει η υποψία άμεσης μετάδοσης από σκύλο σε σκύλο στους κυνηγετικούς σκύλους Foxhounds στις ΗΠΑ28 και έχει επιβεβαιωθεί μετάδοση μέσω μετάγγισης αίματος29. Είναι σαφές ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, οι στρατηγικές πρόληψης, οι οποίες επικεντρώνονται αποκλειστικά στον ενδιάμεσο ξενιστή, δεν πρόκειται να είναι αποτελεσματικές.

Κύρια Σημεία:

• Το παράσιτο της Leishmania υπάρχει σε δύο μορφές: ως προμαστιγωτό (στη σκνίπα - ενδιάμεσο ξενιστή) και ως αμαστιγωτό (ενδοκυτταρικά παράσιτα του σπονδυλωτού τελικού ξενιστή).

• Το αποτέλεσμα του ενοφθαλμισμού στο σκύλο (ή στον άνθρωπο) εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της ανοσοαπόκρισης του τελικού ξενιστή.

Το αποτέλεσμα της έκθεσης στο παράσιτο ποικίλλει

Οι μελέτες που πραγματοποιήθηκαν για τους παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με τη λεϊσμανίωση του σκύλου, κατέδειξαν διάφορα καίρια συμπεράσματα στις ενδημικές περιοχές5:

Το φύλο δε φαίνεται να αποτελεί παράγοντα κινδύνου.

Όλες οι φυλές είναι ευάλωτες. Ωστόσο, υπάρχουν μερικές φυλές, όπως Boxer, Cocker Spaniel, Rottweiler και German Shepherd, οι οποίες δείχνουν να είναι ευάλωτες ως προς την ανάπτυξη συμπτωματικής νόσου περισσότερο από το μέσο όρο. Άλλες φυλές, όπως η Ibiza Hound, σπάνια αναπτύσσουν κλινικά σημεία30-32.

Ο επιπολασμός της λεϊσμανίωσης του σκύλου αυξάνεται έως την ηλικία των 3 ετών, στη συνέχεια μειώνεται μέχρι ο σκύλος να ξεπεράσει το 7ο έως 8ο έτος της ηλικίας του, οπότε και παρατηρείται μία ακόμη έξαρση.

Ο κίνδυνος εξαρτάται από τις δραστηριότητες του σκύλου και τον επακόλουθο κίνδυνο έκθεσης σε τσίμπημα μολυσμένης σκνίπας.

Η ατομική ανοσοαπόκριση του σκύλου και η παθογονικότητα του στελέχους της L. infantum παίζουν σημαντικό ρόλο.

Η πλειονότητα των σκύλων που εκτίθενται στο παράσιτο δεν πρόκειται να αναπτύξουν κλινική λεϊσμανίωση. Παρόλο που, ένα ποσοστό σκύλων στη συνέχεια θα αναπτύξουν κλινικό σύνδρομο, μερικοί σκύλοι ενδέχεται να εξαλείψουν πλήρως το παράσιτο, ενώ ένας σημαντικός αριθμός σκύλων θα παραμείνουν υποκλινικοί. Ωστόσο, το υποκλινικό στάδιο στους σκύλους που είναι υγιείς παρότι έχουν μολυνθεί, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μόνιμο. Μερικοί σκύλοι στη συνέχεια θα εξαλείψουν τη λοίμωξη αφού περάσει αρκετός χρόνος, αλλά παράγοντες όπως η ανοσοκαταστολή και οι ταυτόχρονες νόσοι μπορεί να οδηγήσουν σε εξέλιξη σε κλινική νόσο. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι σκύλοι οι οποίοι αν και ασυμπτωματικοί είναι μολυσμένοι, εξακολουθούν να αποτελούν πηγή μόλυνσης για τις σκνίπες, ακόμη και αν οι ίδιοι δεν εμφανίζουν συμπτώματα της νόσου.

Λόγω αυτής της μεγάλης πολλαπλότητας εκβάσεων, η κατάταξη των σκύλων που έχουν εκτεθεί στα παράσιτα της Leishmania δεν είναι εύκολη. Αρκετές ομάδες ερευνητών έχουν ασχοληθεί με αυτό το πρόβλημα. Το σχήμα 1.4 είναι προσαρμοσμένο από δύο από αυτές τις πηγές. Το σύμβολο της σκνίπας αντιστοιχεί στην κατάσταση κατά την οποία ο σκύλος μπορεί να θεωρηθεί ως μολυσματικός για τις σκνίπες.

τσίμπημα απο σκνίπα

Ανοσολογία της λεϊσμανίωσης του σκύλου – Πώς αντιστέκεται ένας σκύλος στο παράσιτο;

Έχουν συγκεντρωθεί πολλά στοιχεία, τα οποία δείχνουν ότι ο προσανατολισμός της ανοσοαπόκρι­σης αποτελεί τον καίριο καθοριστικό παράγοντα για το αν ένας σκύλος θα είναι ανθεκτικός στο παράσιτο ή θα ακολουθήσει την οδό της ενεργού λοίμωξης των μακροφάγων, η οποία τελικά θα οδηγήσει σε κλινική νόσο.

Αν και αποτελεί μεγάλη απλούστευση της πραγματικότητας, μπορεί να θεωρηθεί ότι φυσιολογικά η επίκτητη ανοσία δρα σε ισορροπία μεταξύ δύο κύριων τύπων (βλέπε επίσης σχήμα 1.5). Το σκέλος των βοηθητικών T1 κυττάρων (Th1) του ανοσοποιητικού συστήματος δρα κυρίως μέσω κυτταρικής ανοσίας, με κύτταρα όπως τα κυτταροτοξικά Τ λεμφοκύτταρα (Tc) να αποτελούν τα κύρια δραστικά κύτταρα. Η παραγωγή μερικών αντισωμάτων ενδέχεται, επίσης, να διεγερθεί από τα B λεμφοκύτταρα, αλλά αυτό δεν είναι το κύριο χαρακτηριστικό μιας Th1 απόκρισης. Η Th1 ανοσοαπόκριση κατευθύνε­ται κυρίως έναντι ενδοκυτταρικών παθογόνων. Το σκέλος των βοηθητικών T2 κυττάρων (Th2) δρα κυρίως μέσω χυμικής ανοσίας, η οποία χαρακτηρίζεται από σημαντική παραγωγή αντισωμάτων από τα Β κύτταρα και από τα πλασματοκύτταρα. Είναι κυρίως αποτελεσματική έναντι των εξωκυτταρικών παθογόνων. Και τα δύο σκέλη της ανοσοαπόκρισης μπορούν, επίσης, να παράγουν κύτταρα μνή­μης. Τα κύτταρα αυτά είναι ικανά να επάγουν τις δικές τους αντίστοιχες Th1 ή Th2 δράσεις, μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα όταν υπάρξει εκ νέου επαφή με το αντιγόνο.

Στα ποντίκια και στον άνθρωπο, γνωρίζουμε ότι τα αντισώματα του υποτύπου IgG1 σχετίζονται με μια Th2 απόκριση και τα αντισώματα του υποτύπου IgG2 σχετίζονται με μια Th1 απόκριση. Εντούτοις, πα­ρόλο που μερικές αρχικές αναφορές υποστήριξαν πως συμβαίνει το ίδιο και στο σκύλο, αυτό δε φαί­νεται να είναι αλήθεια και η αναλογία IgG1/IgG2 δε φαίνεται να συνδέεται με προστατευτική δράση. 13 Τεχνικά χαρακτηριστικά του προϊόντος

Όταν ένα μακροφάγο εγκολπώνει ένα παθογόνο (μία διεργασία που ονομάζεται φαγοκυττάρωση), παρουσιάζει αντιγόνα από το παθογόνο στα αδιαφοροποίητα βοηθητικά Τ λεμφοκύτταρα (Th0 λεμφοκύτταρα) (βλέπε σχήμα 1.5). Τα T κύτταρα φυσιολογικά δεν είναι ικανά για απόκριση στα διαλυτά αντιγόνα και βασίζονται στην παρουσίαση των αντιγόνων από τα αντιγονοπαρουσιαστικά κύτταρα (APCs), όπως είναι τα μακροφάγα και τα δενδριτικά κύτταρα36. Ανάλογα με το τοπικό περιβάλλον, το είδος του αντιγόνου και διάφορους άλλους παράγοντες, αυτά τα Th0 λεμφοκύτταρα διεγείρονται για να διαφοροποιηθούν προς Th1 ή Th2 λεμφοκύτταρα. Σε αυτό το σημείο αρχίζει να αναπτύσσεται μια πολικότητα στην απόκριση40. Μέσω της απελευθέρωσης ειδικών κυτταροκινών, τα Th1 κύτταρα στηρίζουν μια ως επί το πλείστον κυτταρική ανοσοαπόκριση και τα Th2 κύτταρα στηρίζουν μια χυμική κυρίως ανοσοαπόκριση.

Η αντίσταση στη λεϊσμανίωση του σκύλου σχετίζεται με μια ισχυρή, Th1 κυτταρι- κή ανοσία, όπου κυριαρχούν οι Th1 κυτταροκίνες στη μικτή Th1/Th2 συνολική απόκριση. Η εξέλιξη προς τη νόσο σχετίζεται με την κυριαρχία των Th2 κυτταροκινών και με μια έντονη χυμική απόκριση, απουσία μιας ισχυρής Th1 απόκρισης. Η παραπάνω ακατάλληλη ανοσοαντίδραση, με παραγωγή πολύ μεγάλης ποσότητας αντισωμάτων για μια εκτεταμένη χρονική περίοδο, συντελεί στο κλινικό σύνδρομο.

Σχήμα 1.5 Οι οδοί ανοσίας που οδηγούν στην υποχώρηση της λοίμωξης ή σε ενεργό νόσο.
καλαζαρ και συμπτώματα

Στην περίπτωση της λεϊσμανίωσης, τα μακροφάγα δεν αποτελούν μόνο τα APCs, αλλά και τα κύτταρα-ξενιστές του παρασίτου. Οι κυτταροκίνες που απελευθερώνονται από τα λεμφοκύτταρα έχουν καθοριστική επίδραση στον τρόπο που αντιμετωπίζεται το παράσιτο από το μακροφάγο.
Σε μια πολύ πρόσφατη μελέτη στον άνθρωπο, για δείκτες κυτταροκίνης κατάλληλους για χρήση στην αξιολόγηση δυνητικών υποψήφιων αντιγόνων εμβολίου για τη λεϊσμανίαση42, μόνο η παραγωγή της ιντερφερόνης γ (IFN-γ) σχετίστηκε σε σημαντικό βαθμό με τα άτομα που είχαν προστασία έναντι της νόσου. Η παραπάνω έρευνα επιβεβαίωσε ότι, η IFN-γ αποτελεί μία κυτταροκίνη με καίρια σημασία για την εξακρίβωση της σωστής ανοσοαπόκρισης.

Το παραπάνω εύρημα συμφωνεί με προηγούμενη εργασία σε σκύλους, η οποία είχε επίσης καταδείξει τη σχέση της έκφρασης της IFN-γ στους λεμφαδένες. Σε μια μελέτη που έγινε σε φυσικά μολυσμένους σκύλους, οι συμπτωματικοί σκύλοι είχαν παρασιτικό φορτίο στους λεμφαδένες τους, το οποίο ήταν 73 φορές υψηλότερο από ό, τι στους ασυμπτωματικούς σκύλους. Η έκφραση της IFN-γ στους λεμφαδένες όπως καταδείχθηκε, συνάδει με χαμηλότερα επίπεδα παρασίτων και προστασία έναντι της συμπτωματικής νόσου.

Οι λόγοι για το σημαντικό ρόλο της IFN-γ διασαφηνίστηκαν περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Όταν τα ενεργοποιημένα λεμφοκύτταρα διεγείρουν με τη σειρά τους τα μακροφάγα, χρησιμοποιώντας ένα από τα δύο εναλλακτικά προφίλ κυτταροκινών, η επιλογή Th1 ή Th2 προφίλ κυτταροκινών έχει πολύ σημαντική επίδραση στον τρόπο με τον οποίο το μακροφάγο αντιμετωπίζει το παράσιτο. Αυτό, εν μέρει, οφείλεται στις δράσεις που έχει αυτή η διέγερση επί του μεταβολισμού της L-αργινίνης.

Η L-αργινίνη είναι ένα καίριας σημασίας θρεπτικό συστατικό, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο από τα μακροφάγα, όσο και από τα παράσιτα της Leishmania. Διαθέτει δύο εναλλακτικές μεταβολικές οδούς με πολύ διαφορετικές εκβάσεις, όπως φαίνεται στο σχήμα 1.6.
Ένα καίριο καθοριστικό βήμα για την έκβαση της λοίμωξης φαίνεται να είναι η ικανότητα των λεμφοκυττάρων να αποκρίνονται στην παρουσίαση αντιγόνων παράγοντας IFN-γ, μια καίριας σημασίας Th1 κυτταροκίνη.

Κατά τη διέγερση από τις Th1 κυτταροκίνες – ιδιαίτερα την IFN-γ – το μακροφάγο δρα εντείνο- ντας τη δραστηριότητα ενός ενζύμου, που ονομάζεται επαγώγιμη συνθετάση του μονοξειδίου του αζώτου (iNOS). Αυτή η διεργασία έχει ως αποτέλεσμα το μεταβολισμό της L-αργινίνης προς λεϊσμανιοκτόνο μονοξείδιο του αζώτου (NO) και αναστέλλει τη δράση ενός άλλου ενζύμου, που ονομάζεται αργινάση45. Ωστόσο, κατά τη διέγερση από τις Th2 κυτταροκίνες, το μακροφάγο ευνοεί τη δράση της αργινάσης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή πολυαμινών, οι οποίες αποτελούν θρεπτική πηγή μείζονος σημασίας για τα παράσιτα της Leishmania, γεγονός που στην πραγματικότητα αυξάνει τον πολλαπλασιασμό και την αντοχή των παρασίτων. Έχει καταδειχθεί μια συσχέτιση σε σκύλους που προσβλήθηκαν από Leishmania μεταξύ του αριθμού των μακροφάγων που εκφράζουν την iNOS και μιας μείωσης του αριθμού των αμαστιγωτών της Leishmania στα μακροφάγα. Οι Th1 κυτταροκίνες, όπως η IFN-γ, παίζουν συνεπώς ρόλο καίριας σημασίας κατευθύνοντας στη σωστή οδό της ανοσοαπόκρισης.

Σχήμα 1.6 Η επίδραση των Th1 και Th2 κυτταροκινών στο μεταβολισμό της L-αργινίνης στο μακροφάγο και η επακόλουθη επίπτωση στον έλεγχο του παρασίτου

λεισμάνια σκυλου

Περιορισμοί των σύγχρονων στρατηγικών πρόληψης της λεϊσμανίωσης του σκύλου

Η διακοπή του βιολογικού κύκλου του παρασίτου της Leishmania μπορεί να γίνει σε περισσότερα από ένα σημεία. Η ιδανική λύση πιθανότατα πρέπει να εμπεριέχει δράση σε περισσότερα από ένα σημεία, εάν είναι εφικτό.

Μέχρι τώρα, η πρόληψη της λεϊσμανίωσης του σκύλου υποχρεωτικά επικεντρωνόταν σε μεθόδους ελέγχου της σκνίπας- ενδιάμεσου ξενιστή. Όταν χρησιμοποιούνται σε ιδανικές πειραματικές συνθήκες, τα σκευάσματα εντομοκτόνων και εντομοαπωθητικών είναι αρκετά αποτελεσματικά. Ωστόσο, σε συνθήκες πεδίου τα μεγαλύτερα προβλήματα που προκύπτουν με τις παραπάνω μεθόδους, προέρχο- νται από ελλιπείς παράγοντες συμμόρφωσης ως προς τα σκευάσματα, οι οποίοι δεν είναι εύκολο να ελεγχθούν. Τα περιλαίμια μπορεί να χαθούν και τα προϊόντα τοπικής εξωτερικής χρήσης (spot-on) συχνά δεν εφαρμόζονται σωστά, με επαρκή δερματική επαφή. Επίσης, οι ιδιοκτήτες συχνά ξεχνούν να εφαρμόσουν εκ νέου τα προϊόντα τοπικής εξωτερικής χρήσης ή να αντικαταστήσουν τα περιλαίμια τη σωστή χρονική στιγμή, αφήνοντας έτσι για κάποια χρονικά διαστήματα το σκύλο απροστάτευτο.

Ακόμα και όταν γίνεται σωστή χρήση, κανένα από αυτά τα προϊόντα τοπικής εφαρμογής δεν είναι σε θέση να παρεμποδίσει εντελώς κάθε τσίμπημα σκνίπας25. Τα προϊόντα αυτά, στην πλειονότητά τους, έχουν καλή αποτελεσματικότητα βραχυχρόνια, αλλά υπάρχουν μερικές ενδείξεις ότι μακροχρόνια η αποτελεσματικότητα μπορεί να είναι μειωμένη. Επιπλέον, από τη στιγμή που ο σκύλος μολυνθεί από το παράσιτο, το απωθητικό προϊόν δεν μπορεί να επηρεάσει περαιτέρω την έκβαση της μόλυνσης.
Η υιοθέτηση ενός κατάλληλου τρόπου ζωής, μπορεί να βοηθήσει στη μείωση αυτής της πρόκλησης. Τα τσιμπήματα της σκνίπας σημειώνονται κυρίως την αυγή και το σούρουπο, συνεπώς η φύλαξη των σκύλων σε εσωτερικούς χώρους αυτές τις ώρες μπορεί να μειώσει τον αριθμό των τσιμπημάτων. Ωστόσο, επειδή συχνά τα παράθυρα αφήνονται ανοικτά για αερισμό και οι σκνίπες έλκονται από το φως, εξακολουθεί να υπάρχει τρόπος να εισέλθουν στα σπίτια και να τσιμπήσουν, παρόλη τη μεγάλη προσπάθεια για να μη συμβεί αυτό50.

Έχουν γίνει, επίσης, προσπάθειες πρόληψης της λεϊσμανίωσης και της λεϊσμανίασης σε επιδημιο- λογικό επίπεδο με τη διαχείριση των μολυσμένων σκύλων. Σε μερικές περιοχές του κόσμου, όπως στη Βραζιλία, δοκιμάστηκε για λόγους δημόσιας υγείας μια στρατηγική υποχρεωτικής ευθανασίας των οροθετικών σκύλων, με κάποια ενδεχομένως θετικά αποτελέσματα. Ωστόσο, αυτού του είδους οι στρατηγικές είναι πολύ δύσκολο να γίνουν κοινωνικά αποδεκτές σε άλλα μέρη του κόσμου. Επειδή, σε κάθε περίπτωση, ο σκύλος είναι μολυσματικός για τη σκνίπα πριν γίνει οροθετικός, αυτή η προσέγγιση δεν είναι επαρκής για τη διακοπή του κύκλου μετάδοσης. Άγριοι κυνίδες που είναι ξενιστές, όπως οι αλεπούδες, επίσης, μπορεί να συντηρούν τον κύκλο της μόλυνσης, παρά την απομάκρυνση των οικόσιτων σκύλων που φέρουν τα υψηλότερα παρασιτικά φορτία.

Η θεραπεία των μολυσμένων σκύλων με χημειοθεραπευτικά φάρμακα, μπορεί να μειώσει σημαντικά το παρασιτικό φορτίο και πιθανότατα μειώνει την πίεση λοίμωξης στις σκνίπες που τσιμπούν αυτούς τους σκύλους. Ωστόσο, αυτού του είδους η θεραπευτική αντιμετώπιση δεν καθιστά το σκύλο εντελώς μη μολυσματικό για τις σκνίπες, με αποτέλεσμα, επίσης, να μην μπορεί να διακόψει τον κύκλο21.

Η ιδανική λύση είναι να κάνουμε τους σκύλους, στην πλειονότητά τους, ανθεκτικούς στη φυσική πρόκληση, χωρίς να πρέπει να βασιζόμαστε αποκλειστικά στη συμμόρφωση και στις ικανότητες του ιδιοκτήτη για την εφαρμογή των διαθέσιμων εντομοκτόνων. Ο επιπρόσθετος έλεγχος του ενδιάμεσου ξενιστή, προκειμένου να μειωθεί η δόση των παρασίτων που λαμβάνει ένας εμβολιασμένος σκύλος είναι, φυσικά, συμπληρωματικός αυτής της θεμελιώδους προσέγγισης. Αυτό έχει γίνει γνωστό εδώ και αρκετό καιρό και αρκετοί συγγραφείς έχουν εκφράσει την άποψη ότι, η καλύτερα προσαρμοσμένη μέθοδος στις ανάγκες ελέγχου αυτής της νόσου θα ήταν ένα εμβόλιο.
Μέχρι σήμερα, αυτό που έλειπε ήταν η δυνατότητα αύξησης της αποτελεσματικότητας της ανοσοαπόκρισης, να αντιμετωπίσει την πρόκληση που δέχεται.
Ωστόσο, παρά τη σημαντική επένδυση, δεν υπήρχε μέχρι τώρα διαθέσιμο κατάλληλο εμβόλιο στην Ευρώπη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η επίτευξη αποτελεσματικής ανοσοαπόκρισης ενάντια σε κάποιο παράσιτο αποτελεί εξαιρετικά πολύπλοκη διεργασία, όπως συνοψίστηκε από τον JF Williams σε ένα άρθρο ανασκόπησης των προοπτικών για την προφύλαξη έναντι των παρασίτων54

“Οι λόγοι για αισιοδοξία είναι λιγότερο προφανείς από τους λόγους για ενθουσιασμό”…

…Αυτό όμως ίσχυει, μέχρι τώρα!

1.5 Περίληψη

Η λεϊσμανίωση του σκύλου είναι ένα σοβαρό και εκτεταμένο παγκόσμιο πρόβλημα.

Η εξάπλωσή της αυξάνεται συνεχώς σε μη ενδημικές περιοχές της Ευρώπης.

Ο βιολογικός κύκλος της Leishmania αφορά στη μεταφορά της μόλυνσης μεταξύ της θηλυκής σκνίπας και ενός ευάλωτου θηλαστικού ξενιστή, όπως είναι ο σκύλος ή ο άνθρωπος.

Η ευαισθησία ενός σκύλου στο παράσιτο εξαρτάται από μια σειρά παραγόντων, που περιλαμβά- νουν τη φυλή, την ηλικία, την κατεύθυνση και την αποτελεσματικότητα του ανοσοποιητικού συστήματος.

Η Th1 κυτταροκίνη, IFN-γ, παίζει καίριο ρόλο στην κατεύθυνση της σωστής ανοσοαπόκρισης.

Αρκετοί συγγραφείς έχουν εκφράσει την άποψη πως ο εμβολιασμός θα μπορούσε να είναι το καλύτερα προσαρμοσμένο μέσο στις ανάγκες ελέγχου του προβλήματος της λεϊσμανίωσης του σκύλου
Παρουσιάζοντας το CaniLeish®:

Ένα εξαιρετικό, νέο εργαλείο για την πρόληψη της λεϊσμανίωσης του σκύλου

Πρώτο κεφάλαιο – Λύσεις από το επίκεντρο των ερευνητικών εξελίξεων

Η ανάπτυξη αυτού του πρωτοποριακού εμβολίου είναι αποτέλεσμα συνεργασίας μεταξύ του Institut de Recherche pour le Dèvelopment (IRD), της Bio Véto Test (BVT) και των ομάδων R&D (έρευνας και ανάπτυξης) της Virbac. Βασίζεται σε μια πατενταρισμένη ανακάλυψη του IRD, που σχετίζεται με την καλλιέργεια της Leishmania.

Το IRD είναι ένα γαλλικό δημόσιο ερευνητικό ινστιτούτο, το οποίο εργάζεται για την ανάπτυξη των χωρών του Νότου. Αντικείμενο της έρευνάς του αποτελούν μείζονες αναπτυξιακές προκλήσεις σχετικά με το περιβάλλον, την επαρκή ανάπτυξη των βιώσιμων πόρων, τις κοινωνικές μελέτες και την υγεία. Συνεπώς, έχει σημαντικά ερευνητικά ενδιαφέροντα στο πεδίο της λεϊσμανίασης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το IRD εργαζόταν πάνω σε έναν επαναστατικό νέο τρόπο για την αναπαραγωγή ολόκληρου του βιολογικού κύκλου των παρασίτων της Leishmania, χωρίς τη χρήση πειραματόζωων. Παρόλο που, η επαναλαμβανόμενη in-vitro καλλιέργεια προμαστιγωτών είναι δυνατή, έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της αντιγονικότητας καθώς και της μολυσματικότητας. Πρέπει να περάσουν στη φάση του αμαστιγωτού προκειμένου να επανακτήσουν τη μολυσματικότητα και την αντιγονικότητά τους.

Στο IRD εκχωρήθηκε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για το ελεύθερο ορού και ελεύθερο κυττάρων σύστημα καλλιέργειας, που ανακαλύφθηκε από αυτή τη θεμελιώδη έρευνα. Το νέο αυτό σύστημα δεν κατάφερε μόνο να επιτύχει το στόχο της παραγωγής όλων των σταδίων ανάπτυξης του παρασίτου χωρίς τη χρήση πειραματόζωων, αλλά επίσης επέτρεψε την επίτευξη ενός σημαντικά ταχύτερου κύκλου παραγωγής παρασίτων καθώς και τη διατήρηση της μολυσματικότητας και της αντιγονικότητας των παρασίτων. Επιπρόσθετα, χάρη στα μοναδικά μέσα καλλιέργειας που χρησιμοποιήθηκαν, όλες οι πρωτεΐνες στο υπερκείμενο στρώμα της καλλιέργειας είχαν παραχθεί από τα παράσιτα – οι επονομαζόμενες «απεκκρινόμενες-εκκρινόμενες πρωτεΐνες» (excreted-secreted proteins) ή ESP55. Το IRD εκχώρησε κατά αποκλειστικότητα την άδεια στην BVT για χρήση στον τομέα της υγείας των ζώων.

Η BVT είναι μια εταιρεία εξειδικευμένη στα διαγνωστικά προϊόντα, η οποία είναι 100% θυγατρική της Virbac. Αρχικά ιδρύθηκε ως μια ανεξάρτητη εταιρεία, επίσης στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ανταποκρινόμενη στην ανάγκη του κτηνιατρικού επαγγέλματος για οικονομικές και γρήγορες διαγνω- στικές τεχνικές. Τα πρώτα τεστ που παρήγαγε η BVT ήταν το Leishmatest (ένα γρήγορο τεστ συγκόλ- λησης) και το Fluoleish (μια IFAT – εργαστηριακή μέθοδος αναφοράς). Καθώς η εταιρεία επέκτεινε το φάσμα των προϊόντων της, η χρήση αντιγόνων παραγόμενων μέσω πρωτοποριακών συνθηκών καλλιέργειας που είχαν αναπτυχθεί από το IRD οδήγησε στη στενή συνεργασία μεταξύ των δύο ομάδων.

Το 1998, καθώς αυξάνονταν οι γνώσεις σχετικά με τους ανοσιακούς μηχανισμούς της λεϊσμανίωσης, η BVT και το IRD αποφάσισαν να εργαστούν μαζί προκειμένου να ερευνήσουν τη δυνατότητα χρήσης αντιγόνων ESP μαζί με ένα ανοσοενισχυτικό για τον ανοσοθεραπευτικό εμβολιασμό, σε περιπτώσεις κλινικής λεϊσμανίωσης του σκύλου. Κάθε προηγούμενη εργασία σχετικά με τις επιδράσεις των ESP στην ανοσιακή ισορροπία είχε πραγματοποιηθεί σε ποντικούς, όπου τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά56,57.

Ενθαρρυντικά αποτελέσματα επιτεύχθηκαν σε μια μικρή μελέτη, όπου τα κλινικά περιστατικά έδειχναν ότι οι πρωτεΐνες ESP θα μπορούσαν να αντιστρέψουν την πορεία της ανοσοαπόκρισης προς έναν πιο κατάλληλο τύπο Th1 καθώς και να βελτιώσουν τη γενική κατάσταση υγείας των σκύλων58. Οι πειραματικές μελέτες και οι μελέτες πεδίου σε υγιείς σκύλους με ένα πρωτότυπο εμβόλιο ESP, που περιείχε το ανοσοενισχυτικό μουραμικό διπεπτίδιο (muramyl dipeptide, MDP) επίσης έδωσαν ενθαρρυντικά αποτελέσματα, γεγονός που δείχνει ότι αυτές οι πρωτεΐνες θα μπορούσαν να παρέχουν προστασία έναντι της λεϊσμανίωσης του σκύλου59,60.

Το τμήμα έρευνας και ανάπτυξης (R&D) της Virbac εντάχθηκε στην ομάδα της BVT και του IRD το 2003 για την υποστήριξη του συγκεκριμένου έργου. Ακολούθησε σημαντική και συνεχής επένδυση εξειδικευμένων γνώσεων, χρόνου και χρήματος προκειμένου να προσδιοριστεί καλύτερα, να βελτιωθεί και να αναπτυχθεί περαιτέρω το προϊόν μέχρι να φτάσει στη σημερινή του μορφή. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ορίστηκαν επίσης οι παράμετροι για την παραγωγή σε βιομηχανική κλίμακα και το ανοσοενισχυτικό αντικαταστήθηκε από το QA-21, για το οποίο υπάρχουν λιγότερα ζητήματα ασφάλειας και είναι γνωστό πως αποτελεί ακόμη ισχυρότερο διεγέρτη της κυτταρικής ανοσίας τύπου 1 (Th1) από ό, τι το ανοσοενισχυτικό MDP. Είμαστε υπερήφανοι που αυτή η εργασία μας επέτρεψε τελικά να διαθέσουμε στην κυκλοφορία αυτό το εξαιρετικό, νέο και πολυαναμενόμενο εμβόλιο.

Online Petshop στην Ελλάδα - Τα πάντα για το κατοικίδιο σου.
Το Online Pet Shop μας κάνει αποστολές σε όλη την Ελλάδα!

Petmania.gr Petshop Iphone & Ipad App


Online Petshop στην Ελλάδα. Το μεγαλύτερο Pet Shop με τροφές, αξεσουάρ κα οτιδήποτε άλλο χρειάζεται το κατοικίδιο σας. Petshop gr

Γιατί να κάνω εγγραφή Τρόποι πληρωμής & αποστολής
Επικοινωνία